Για να σκοτωθώ και να σε γνωρίσω

Γιατί χάθηκα κι εγώ μαζί σου…

Ο άνθρωπος αναζητά κι επιδιώκει την άρση του ατόμου του. Ο κόσμος, όταν τον τύλιξε το μάτι του, τον έπνιξε. Έτσι σχεδίασε να ορθώσει τις πλάτες του, να καταδείξει την πορεία του. Αρχικά με στόχο την οργάνωση του σε εξωανθρώπινα στοιχεία (πόλεμος, πολιτική, θρησκεία) και μετέπειτα την ένωσή του για την ενόραση. Αυτή είναι η κοινωνία. Σε δύο εντελώς διαφορετικές προοπτικές. Εγώ θα μιλήσω για την αυτογνωσιακή και πονεμένη δεύτερη…

Ήθελα να μάθω για μένα. Όχι ως λένε να κλειδώσω στο κουτάκι μου την εμπειρία σου. Απ’ τα μάτια σου, πέταγε μια φωτογραφία παλιά και καθόλου γνώριμη, σχεδόν χαμένη. Η δική μου. Να σημάνεις την επιστροφή μου. Και αυτό ήταν το τρομαχτικό αίτημά μου σε σένα, να με γυρίσεις στη νέα γη. Γιατί κάθε επιστροφή δεν είναι επανάληψη.

Σου είπα κάποτε πως ο έρωτας είναι βαθιά κτητικός. Αυτό εννοούσα. Ότι αρχίζει από το δικό μου όραμα για να κινήσει στην αγκαλιά μας. Τα χέρια μου έχουν χαραχτεί από παλιά με φόβους που συχνά ξεπηδάνε έντρομοι να με πνίξουν. Γιατί δεν ήσουν και ποτέ δεν θα σε κάνω την βεβαίωση για τη σεξουαλικότητα μου (τι επαίσχυντες λέξεις). Αλλά την προσωπική μέριμνα των φόβων μου. Μαζί σου είχα χιλιόχρονους φόβους να νικήσω κι μετά να αφεθώ. Αυτή τη δύναμη ονομάζω γνώση. Αγνή και καθαρή. Ποτέ επιβλητική. Βαθιά ανθρώπινη. Έτσι σα το κουκούλι να τρίζει από χρόνια κι να τον ξετυλίγεις, να ΄σαι η προσωπκή του ξετυλίχτρα. Γλυκιά και ενορατική ξετυλίχτρα, πλάθεις τα πόδια μου. Κι η ζωή στάθηκε δική σου. Η πραγματική ζωή. Σμίκρυνε τόσο πολύ κι αφέθηκε στο δάχτυλό σου. Κι χάθηκε. Αφού χάθηκες κι εσύ

Αρχίζω να θυμάμαι μια παλιά ιστορία, για κάποιους γυμνούς που τρέχαν να κρυφτούνε από το φοβερό βήμα ενός αγνώστου. Έτσι απλά τα πιο γνωστά πράγματα γίνονται άγνωστα. Μέσα στη βαθιά ντροπή, άπλωναν με φόβο τα χέρια τους στα δέντρα να κρύψουν το σώμα τους. Είχε στάξει στο αίμα τους ο πόνος. Είχαν δει. Τώρα στέλνονται γρήγορα έξω να παλέψουν στη ζωή και να βαδίζουν κάθε βήμα να πεθαίνουν. Εκεί. Τη πιο υψηλή στιγμή που για πρώτη φορά άστραφτε το εκτυφλωτικό φως κι η ζωή έπεφτε βαριά στα σώματά τους, ήρθε ο έρωτας με τη βαθιά αλληλογνωσία. Κι εκεί που είχε και έβλεπε και μιλούσε. Τίποτα. «Ένα πουκάμισο αδειανό». Όμως στο καιρό της φθοράς τη γνώρισε, κείνη που ήταν δίπλα του απ’ την αρχή. Και δεν έχω βρει πιο φοβερή αρχή απ’ αυτή:

Ἀδὰμ δὲ ἔγνω Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε…

Κάθε αποστροφή έχει να κάνει με ένα ζωντανό. Η δική μου είναι ημίκενη. Αλλά ίσως να είναι εντελώς κενή αφού πήρε μαζί της κι το δικό μου κομματάκι. Η ελεγεία όμως και καμιά ελεγεία δε θα είχε την ανθρωπιά που της αξίζει αν δεν έκρυβε κατά μέσα της ένα γέλιο. Κι είναι το γέλιο για να «σκοτώσουμε το πνεύμα της βαρύτητας» που λέγει ο Νίτσε. Και σε αυτό το σημείο στέκεται η μεγάλη προϋπόθεση των ελεύθερων ανθρώπων. Στο εκθαμβωτικό γέλιο της πτώσης τους.

Υγ:  Το μόνο σίγουρο είναι ότι δε θα σε ξεχάσω ποτέ.

Να με συχωρνάτε, αλλά δεν εμπόρεσα μέχρι τώρα να εκφράσω στους τίτλους τα κείμενα. Μου δημιουργούν μια αγωνιώδη αντιπάθεια οι τίτλοι. Θα σας μιλήσω άλλη φορά γι’ αυτούς…

 Γιατί χάθηκα κι εγώ μαζί σου, να ζησουμε στο απ’ αλλού απόμερο

Advertisements

~ από σκοινοβάτης στο Ιουνίου 6, 2011.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: