Tractatus poeticus

Αγωνιώ να δω το μέλλον μου ομπρός μου κι αυτό δεν λέει να ρθει. Όμως ξέρω ότι όταν έρθει θα φανεί άγονο και ξερό. Αυτό είναι. Η μεταμόρφωση.

Στα Εξάρχεια έχει έναν αέρα και στο Λυκαβηττό να αναγνωρίζω την Αγορά των Αθηνών και τα προπύλαια και τις παραστάδες των ναών. Το μυστικό είναι στον αέρα που βγάζουμε

Σου διαβάζω λίγους στίχους να μάθουμε και να ιδούμε:

K' ίντα δεν κάνει ο Έρωτας σε μιά καρδιά π' ορίζει!     
      Σαν τη νικήσει, ουδέ καλό, ουδέ πρεπό γνωρίζει.   
   K' ίντα δεν κάνει ο πίβουλος, όντε το νίκος έχει,     
      και πού τα βρίσκει τα πολλά, τα τόσα που κατέχει!    
  Με πόσες στράτες μάς γελά, με πόσες μάς πειράζει,          1025   
        πώς μας-ε δείχνει δροσερόν εκείνον οπού βράζει!  
    Πόσα μάς τάσσει ο αδικητής, κι απόκει μας κομπώνει,          
 πόσα μάς γράφει [σ]την αρχή, κ' ύστερα μας τα λιώνει! 
     Και ποιός μπορεί ν' αντισταθεί, την ώρα οπού θελήσει  
         ν' αρματωθεί με πονηριές, να μας-ε πολεμήσει;          1030
      Έτσι νικά τα γερατειά, ωσά νικά τη νιότη.
           Χαρά στον όποιος του χωστεί, και φύγει από την πρώτη!  
    Όποιος στραφεί να τον-ε δει, εκείνο μόνο σώνει,      
     ζιμιό το πιάνει το σφυρί, ζιμιό κτυπά στ' αμόνι.    
  Μα οπού του φύγει ως τον-ε δει, και φίλο δεν τον έχει,          1035
            μ' όλον οπού βαστά φτερά, σφαίνει όσο κι αν κατέχει.
       Μα λίγοι είναι οπού φεύγουσι, λίγοι είναι οπού γλιτώνουν,
           λίγοι είναι οπού τον-ε νικούν, όντε τον-ε μαλώνουν.   
   Το νίκος έχει στην αρχή, στο τέλος, κ' εις τη μέση·        
   κιανένα δεν εμάλωσε, να μην τον-ε κερδέσει.          1040    
   Ενίκησε την Αρετήν, εσκόρπισε το νου τση,        
   και δε δειλιά τη Μάνα τση κι όργητα του Κυρού τση.    
  Κάνει την κ' είναι ξυπνητή όλο το μερονύχτι,         
  για να θυμάται τση Φιλιάς, κ' εις αφορμήν τη ρίχτει.   
   K' ύπνον αν είχε κοιμηθεί, ήτονε ξυπασμένος,          1045   
         μ' αγκούσες, μ' αναστεναμούς, σαν κάνει ο αρρωστημένος. 

Σιχαίνομαι να ακούω το όνομα του σχολείου μου. Γιατί δεν ήταν ούτε ελληνική. Ούτε παιδεία. Και όταν έρθει ένας καιρός, θα έρθει κι για εκείνους.

Είμαι ένα πειρατικό ψηλό καράβι που πυρπολεί ότι κι αν βρίσκει μπροστά του. Αποτελειώνει τα καλύμματα και τρυπάει τα κάστρα.  Ώσπου στο τέλος πριν με αρπάξουν οι ΚΑΝΟΝΙΚΟΙ ο καπετάνιος μου θα με κάψει!

Πόσο θάρρος πια θέλει για να ζήσεις σε αυτή τη ζωή. Απροσδόκητα ωραίο.!

Κάτι για τέλος , ο αγαπημένος μου – όταν το λες και έχει αξία – ας μας μιλήσει να πει. Δυνατά φώναξε. Φήμιε και Δημόδοκος . Εγώ είμαι τ’ αδέλφι και η συντροφιά σας. Η κιθάρα και το όργανο που πάλλει στις πτυχώσεις των κάτω φεγγαριών. Πες μας ήλιε που σαν ήλιος δε έμοιασες και ποιητή που ποιητής αποστράφηκες και εζήταες τη λυπημένη κιθάρα του αδερφού σου, να πάγεις να ζήσεις στο παλάτι του Οδυσσέα, στη τυφλή καρέκλα του Αλκίνοου. Ελάτε μαζί του να δοξάσουμε ό,τι δεν μπορεί να μας μιλήσει. Πές μας ποιητή με τα εφτά μαχαίρια και τα σύμπαντα να καταλάβει μόνο όποιος έχει στις πλάτες του τη ποιηση. Ψάλλε το άγιο τροπάριο!

Τ’ ΑΣΤΕΡΟΕΝΤΑ δέντρα με την ευδοκία
η παρασημαντική ενός άλλου κόσμου
η παλιά δοξασία ότι πάντα υπάρχει
το πολύ σιμά και όμως αόρατο

Η σκιά που τα γέρνει με το πλάι στο χώμα
ένα κάτι του κίτρινου στη θύμησή τους
η αρχαία τους όρχηση πάνω απ’ τους τάφους
η σοφία τους η αδιατίμητη

Η Ελιά, η Ροδιά, η Ροδακινιά
το Πεύκο, η Λεύκα, ο Πλάτανος
ο Δρυς, η Οξιά, το Κυπαρίσσι

ΤΑ ΒΟΥΝΑ με την οίηση των ερειπίων 
το βουνά τα βαρύθυμα, τα μαστοφόρα 
τα βουνά τα σαν ύφαλα μιας οπτασίας 
τα κλεισμένα ολούθε και τα σαραντάπορα

Τα γεμάτα ψιλόβροχο σαν μοναστήρια 
τα χωμένα στο πούσι των προβάτων 
τα ήρεμα πηγαίνοντας καθώς βουκόλοι 
με το μαύρο ζιμπούνι και με το πανωμάντιλο

Η Πίνδος, η Ροδόπη, ο Παρνασσός 
ο Όλυμπος, ο Τυμφρηστός, ο Ταΰγετος 
η Δίρφυς, ο Άθως, ο Αίνος

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χώμα που ανεβάζει
μιαν οσμή κεραυνού σαν από θειάφι
του βουνού ο πυθμένας όπου θάλλουν
οι νεκροί άνθη της αύριον

Ο χωρίς δισταγμούς ένστικτος νόμος
ο σφυγμός ο ταχύς παίκτης του βίου
ο αιμάτινος θρόμβος ο σωσίας του ήλιου
κι ο κισσός ο άλτης των χειμώνων

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ρόπτρο-σκαραβαίος
το παράτολμο δόντι μες στο ψύχος του ήλιου
ο Απρίλης που ένιωσε ν’ αλλάζει φύλο
της πηγής το μπουμπούκι ό,τι που ανοίγει

Το χειράμαξο γέρνοντας με το ‘να πλάι
μια χρυσόμυγα που άναψε φωτιά στο μέλλον
του νερού η αόρατη αορτή που πάλλει
και γι’ αυτό ζωντανή κρατά η γαρδένια

ΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χέρι που επιστρέφει
από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει
ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει
ποιο το «νυν» και ποιο το «αιέν » του κόσμου:

ΝΥΝ το αγρίμι της μυρτιάς Νυν η κραυγή του Μάη
ΑΙΕΝ η άκρα συνείδηση Αιέν η πλησιφάη

Νυν Νυν η παραίσθηση και του ύπνου η μιμική
Αιέν αιέν ο λόγος και η Τρόπις η αστρική

Νυν των λεπιδοπτέρων το νέφος το κινούμενο
Αιέν των μυστηρίων το φως το περιιπτάμενο

Νυν το Περίβλημα της Γης και η Εξουσία
Αιέν η βρώση της Ψυχής και η πεμπτουσία

Νυν της Σελήνης το μελάγχρωμα το ανίατο
Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξία σελάγισμα

Νυν των λαών το αμάλγαμα και ο μαύρος Αριθμός
Αιέν της Δίκης το άγαλμα και ο μέγας Οφθαλμός

Νυν η ταπείνωση των Θεών Νυν η σποδος του Ανθρώπου
Νυν Νυν το μηδέν

και Αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!

Advertisements

~ από σκοινοβάτης στο Φεβρουαρίου 4, 2012.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: