Στην Μ. μέσα από το στόμα του Αιγαίου

Αντί  e- mail.

Όλες ημέρες αρμενίζαμε εννιά πρωί και βράδυ
Και τ’ άγιο χώμα που με γέννησε το μακριά  είδα δεκάτη
Ημέρα, τις φωτιές που ξάναβαν ως ήρθαμε κοντά  του
Κι εγώ έπεσα να γυρίσω ύπνο στο μαραμένο σώμα μου
Γιατί η ψυχή του καραβιού ήταν ψυχή δική μου ανείπωτη
Αθώα να τη φυλώ στο χέρι μου να μας ιδεί η πατρίδα.
Αλλά ο λόγος πικρός εφάνηκε συντρόφους στο ανάμεσό τους
Πως κρύφια έχω δώρα από χρυσό και άργυρο να ζήσω με τις λάμψεις
Που μου έδωσε ο μεγαλόψυχος Αίολος, παιδί το Ιπποτάδου
Κι έτσι βρέθηκε ο λόγος ο δειλός να λέγει σε κάποιον άλλον:

«Άνδρες των άγριων θαλασσών, για δείτε πως όλοι τιμούν αυτόν
Και τον αγαπάνε όπου πατεί κι όπου κι αν βρίσκεται στον κόσμο όπου εμένει.
Σε αμπάρια δυό χείμαρρους ωραίους χρυσό ακολουθούν απ’ την Τροία
Κι ο δρόμος που μας έφερε μαζί του ο ίδιος Εμείς,
Στο σπιτικό μας να δωρίσουμε το μαύρο αίμα του κόσμου!
Τώρα αυτός το χάρισμα του Αίολου φέρνει να απολαύσει!
Πάμε, άνδρες, να δούμε κι εμείς τι αστραφτερό
Χρυσάφι κι άργυρο μέσα στον ασκό  του κρύβει».

Μίλησαν και η στυγνή τους λιβιδώ εστέναζε στα απόκοσμα μέσα
Τον ασκό ξελύσαν και οι άνεμοι αμαχητοί αφέθηκαν, πήγαν.
Τα μάτια τους έσβησαν το χώμα. Κάηκαν μέσα στων δακρύων τη πυρά.
Ξύπνησα. Και η καρδιά μου έσπαγε αργά  στο τρόμο.
Δεν υπήρχε άλλο. Στη θάλασσα να αφανιστώ ή να τη σιωπή να ζήσω.
Αλλά φώναξα με ότι δύναμη είχα να ακουστώ στο κόσμο τον αγέρωχο
Πως είμαι εδώ στη ζωή και όχι στο θάνατό μου…

Οδύσσειας ραψωδία κ

Για χάρη σου, πάρε το.  Μου κάνει παρέα στο όνειρο. Όταν πάλεψα να βρω στη γλώσσα μας τους ήχους να σμιλεύσω τους αρχαίους.

Η μνήμη, Λουλουδένια. Η υποβαστάζουσα την τιμή, την υπόληψη και την καταγωγή. Αυτή που σε μαθαίνει να δουλεύεις το χαλινάρι ώσπου να τεντώνεις πριν το γκρεμό. Γιατί όταν ξεχνάς νομίζεις……. Υπάρχουν πράγματα που δε μπορείς να κάνεις στο μέτρο της φύσης. Με τάξη και κλιτότητα που έλεγε κι ένας δάσκαλός μου. Με σεβασμό δηλαδή. Και ο σεβασμός που γυρνάει προς τα πίσω, σε σένα, αναδεικνύει την έγνοια της τάξης που ρέπει μια ζωή. Και δεν σέβεσαι τον εαυτό όταν ζητάς χωρίς να ξέρεις και όταν ξεχνάς και δεν θυμάσαι.

Σε θυμάμαι λοιπόν. Δυνατή. Ένα  διττό πρόσωπο ζώου. Το φίδι και ο αϊτός που λέγει ο Νίτσε! Όταν αγκαλιάστηκαν ο αέρας με το χώμα. Το αρχέγονο πάθος με την υποκείμενη στρατιά του μυαλού. Και άκουγα στο χώρο δύο πρόσωπο. Σαν το ένα να περνά μέσα στο άλλο και σαν η διάθλαση να γίνεται μητέρα. Και θυμαμαι που μού λεγες (δεν έχει σημασία αν μου το πες): «Είναι δικό μου!» και στο βάθος άκουγα «Δες με προσοχή το χώμα και τις πέτρες και τα σύννεφα. Δες αργά τις πτυχιές των άστρων και κατέγραψε. Δράσε και κατέγραψε. Δράσε και Κατέγραψε»! Μην ξεχνάς τη δύναμή σου….

Μια δύναμη που άκουσα στις λέξεις

κι ἐγὼ μονάχος πέρασα, πεζὸς κι ἀρματωμένος

Μα μονάχη ήρθες από τα βουνά του Ιδομενέα, και τις κρυφές ευχές και προσευχές του Μίνωα. Ανέβηκες στην Πόλη τη μεγάλη. O patria. Πάτρα, πατρίδα! Πήρε το όνομά της γιατί δεν υπήρχε άλλη. Και δεν υπήρχε άλλη πόλη πιο πόλη αποό αυτή! Κατέβηκες μέρες στα βουνά,  ως καπνίζαν. Επήγες στις όχθες στου ελληνικού Αιγαίου. Πέρασες τις πλαγιές του Κιθαιρώνα. Και ήρθες ένα βράδυ στη νεκρή πόλη που επέθανε στα 529 κοντά στην Ακαδημία.  Και είδες τους ανθρώπους να βασανίζουν ένα μικρό ζώο κι έκλαψες. Μα κάπου το είδα γραμμένο. Κάπου του άκουσα. Όχι! Όχι! υπάρχει και ο λόγος κάποτε υπήρξε! Και σε κατατρώγει το βάσανο της νεκρής πόλης. Μα η πόλη τούτη ΠΙΚΡΟΛΕΒΕΝΤΟΜΑΝΑ! παιδοκτόνος κι μισητή. Επήγες να ζήσεις μια παράδοση που δεν σου ανήκει. Να την αντιμετωπίσεις, να την ευθύνεις και να ντροπιαστείς. Όμως ξέχασες το τραγούδι των ηρώων. Μου μόλις ένας θερσίτης έβριζε τον Αγαμέμνωνα για το σφετερισμό του, ο μεγάλος Οδυσσέας ύψωσε φωνή: ἴσχεο, μηδ᾽ ἔθελ᾽ οἶος ἐριζέμεναι βασιλεῦσιν· Σκάσε! Και μην ζητάς με βασιλείς να μετρηθείς! Γιατί ο χώρα του Κέκροπα δεν σε κατάλαβε ποτέ. Στο έχω ξαναπεί. Τί θέλεις να ασχολείσαι με κατωτερότητες;

κάμφθητί μοι, πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει·

Κλῖνε πάνω ἀπὸ τὸν στεναγμὸ τὸν πιὸ βαθὺ τῆς καρδιᾶς μου
ἐσὺ ποὺ ἔκαμψες τοὺς οὐρανοὺς
γιὰ νὰ χωρέσει τό ἄφατο

Άκου σε ποιόν μιλάει ο πόνος και το βάσανο. Και τι γλώσσα και καθαρότητα, ποια που έχεις, επιζητεί να γράψεις ένα μέτρο για τη πέτρα και τη θάλασσα…

Μη ξεχνάς το αμέτρητο τραγούδι μέσα από το οποία ανοίγει η υπαρξή σου. Μαζί με αυτό θα χτίσεις και θα γκρεμίσεις ότι τραβάει το χέρι σου. Άκουσε…

Η άνοιξη είναι ακριβή. Το είπε ο ποιητής.  Και θυμήσου τις χούφτες απ’ τα αστ’ερια που γυρνάνε να ανοίξουν ένα δρόμο για την άνοιξη. Το δεινόν και το ζων ρήμα του λαού του ήλιου.

Σκύψε και άκουσε τη φωνή των Ελλήνων. Τη σχέση του σώματος με έναν τόπο, με μια θάλασσα, με ένα σπιτικό. Τη σχέση της φωνής με μια άλλη φωνή. Τη σχέση του πόνου με ένα κοίταγμα. Δες βαθιά στην κόψη αυτή του σπαθιού που ανοίγει το φως να περάσει, να δεις, και αλήθεια σου λέω θα δεις, πως μέσα σε από τον τόπο ο πόνος με τον έρωτα χορεύουν και γελούνε! Και οι άνθρωποι μόλο που έγερναν την όψη τους στο χώμα και στον τόπο τους, τότε έστρεφαν στα πέρατα να πανε να πολεμήσουν! Και δεν ξεχνούσαν. Πως απάνου απ’΄τα δέντρα και τα σύννεφα, υπάρχει ο τόπος και η αγάπη.Αυτόν τον πικρολεβέντη που σου λέω κι εγώ τώρα να ακούσεις. Άκου τη θάλασσα και τον ήλιο του. Άκου τον πόνο και την Ιδέα στο στόμα των ανθρώπων αυτού του τόπου

Advertisements

~ από σκοινοβάτης στο Μαρτίου 25, 2012.

Ένα Σχόλιο to “Στην Μ. μέσα από το στόμα του Αιγαίου”

  1. http://peroperlek.blogspot.com/ aggelos kyriou!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: