Εν τω πολλώ ένι…

Η θεωρία, με την οποία ανέθρεψα τον εαυτό μου ήταν πως δεν υπάρχει τίποτα. Πως αυτό το τίποτα μπορεί να γίνει τόσο μεγάλο σαν έναν πατέρας να σκεπάσει τον ελάχιστο γιό του, που θέλει αγκαλιές και στοργιές. Λέω «ανέθρεψα», παρόλου που θα μπορούσα να χρησιμοποιήσει άλλο πρόσωπο (και προσωπείο), γιατί ακριβώς πέραν του περιβάλλοντός μου τη ζωή μου την ζω εγώ. Σε εμένα λοιπόν λογοδοτώ.

Όμως η ενηλικίωσή μου είναι η σταδιακή καταβαράθρωση αυτού του ταπεινού θεωρήματος. Είναι δηλαδή μια τέλεια διάψευση, κάθε δικού μου τείχους. Και μπορώ να πω πως γίνεται, αλλά κυρίως όσο μπορώ να καταλάβω, έχει γίνει με μια υπερβολική φυσικότητα, που μου ήταν αδύνατο να διανοηθώ καν την μελλοντική της ύπαρξη. Βέβαια και η φοβικότητα από τις οικογενειακές και σχολικές στιγμές έδωσε το δικό της στίγμα, όμως δείκτης ήμουν εγώ. Το έχει γρέψει ο Ελύτης.

Αναζητώντας το στον ιστό βρήκα το εξής: ημερολόγιο εποχής.
Ειλικρινά, δεν θα φανταζόμουν παλιά πως με έχει βάλει κάποιος στη λίστα των αγαπημένων του ιστιότοπων, η οποία δεν με γνωρίζει προσωπικά. Νόμιζα πως οι άνθρωποι με διαβάζουνε από ανάγκη, να μην παρεξηγηθούν μπροστά μου.

Τέλος είχα και άλλη μια έκλπληξη. Την μεταφέρω αυτούσια, πιστεύοντας πως και σε αυτό το context θα βρει κατανόηση: »

Κιμωλία

Με ένα μαγικό τρόπο, όλα μαζεύτηκαν εκεί… Και μέσα από αυτά, αν και όχι μεταφυσικά, αλλά περισσότερο συνειρμικά, είναι όλοι τους μαζί μας. Για σένα που δε το ξέρεις, δε θα είναι ξεκάθαρο, μα εγώ θυμάμαι καλά… Είναι η παλιά ραπτομηχανή της γιαγιάς Αθανασίας, αυτή που ακούω ακόμα μέσα στα αυτιά μου να δουλεύει με το πάτημα του πεντάλ στα πόδια της, που πάντα φορούσαν εκείνες τις μάλλινες παντόφλες. Αυτές που όταν κάναμε κάτι κακό σαν παιδιά, αιωρούνταν πάνω από τα κεφάλια μας απειλητικά… Με λίγη σκόνη παραπάνω από τότε που δούλευε, αλλά λειτουργική ακόμα, στη γωνία απέναντι από το μπαρ. Είναι το γραμμόφωνο πάνω στο μπαρ, ανακατασκευασμένο, δώρο του παππού Γιάννη στη γιαγιά την Πόπη, για να ακούει τους δεκάδες δίσκους που είχε βίτσιο να μαζεύει ο παππούς. Μετακόμισε και αυτό από το σπίτι τους, αρκετά χιλιόμετρα μακριά και έτσι τρύπωσαν και κείνοι με το δικό τους τρόπο στο χώρο.

Το ραδιόφωνο – κασετόφωνο του παππού Νίκου, που μπορεί να μην είναι φανερό στο χώρο, μα έπαιζε συνέχεια όσο βάφαμε και ετοιμάζαμε, είναι κάπου πίσω στην αποθήκη, στο σκοτάδι, όπως ήταν και κείνος πάντα. Κρυμμένος και αόρατος, στη γωνιά του πάνω στο χωριό μα τόσο σημαντικός για όλους και περισσότερο για μένα και όσα είμαι ή δεν είμαι σήμερα. Είναι και κείνος εδώ μέσα, κάθεται στη γωνία στο μέσα δωμάτιο με τον ελληνικό καφέ στο τραπέζι του, το ραδιόφωνο και τα τραγούδια που έλεγε κάθε τόσο. Μα δεν είναι μόνο αυτά. Είναι και όλα όσα η μαμά Κατερίνα έφτιαξε ανά τα χρόνια στα σπίτια που μέναμε, για να στολίσει λίγο παραπάνω κάτι άδειους τοίχους. Πίνακες με κοριτσάκια, ταμπέλες από το Καφενείο ενός φανταστικού κύριου «Θεόδωρου Κατσαρού» και άσπρα σοκάκια από τη Σαντορίνη, τα έχω δει χιλιάδες φορές στο σπίτι μας ή στο σπίτι της. Ίσως έτσι να εξηγείται γιατί αυτός ο χώρος είναι τόσο οικείος για μένα. Εδώ είναι και τα έργα της Ρενάτας με τα χίλια δύο πρόσωπα πάνω στα βαριά πλεξιγκλάς που με τρόμαζαν σε εκείνο το ισόγειο εργαστήριο με τα φώτα μισάνοιχτα. Όταν τα κουβαλούσα κάποια χρόνια πριν για να τα γλιτώσω από την υγρασία, με τίποτα δε φανταζόμουν ότι θα μου έκαναν παρέα εδώ μέσα…

Κάθομαι και γράφω σε ένα τραπέζι παλιό, βαμμένο ροζ, και κάθομαι σε μια καρέκλα ανακατασκευασμένη που ούτε που μπορώ να φανταστώ από πού έχει έρθει. Κοιτάζω τον μικρό καθρέφτη που έχει πάνω του δεκάδες κολλημένα κουμπιά από παλτό και μπλούζες που έχουν φορεθεί από δεκάδες ανθρώπους, σε άλλα τόσα μέρη που ούτε μπορώ να τα φανταστώ. Μα αν ήξεραν ότι το δικό τους κουμπί είναι πάνω εκεί, αυτό από το αγαπημένο καφέ παλτό τους, αυτός ο καθρέφτης δε θα ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος… Δεν υπάρχει πραγματική αξία για κάτι χωρίς αναμνήσεις και είναι πολλές οι αναμνήσεις που μαζεύτηκαν μέσα σε αυτό το χώρο. Αναμνήσεις γλυκές, ευχάριστες συμπτώσεις που πολλά από τα παραπάνω πράγματα βρήκαν το δρόμο τους για εδώ με ένα σκόπιμο αλλά και μαγικό τρόπο πολλές φορές.

www.kimolia-art-cafe.gr  »
Η διάψευση που έρχεται από αυτή την έκπληξη είναι το να σκέφτονται και άλλοι αυτά που έχεις σκεφτείς κι εσύ, χωρίς να σκέφτεσαι πως είσαι ο ίδιος μόνος. Δεν έχει σημασία το περικείμενο. Πράγματι, δεν έχω καθήσει σε εκείνο το ροζ τραπέζι, ούτε έχω γνωρίζει παππού. Όμως ο τρόπος που ζείται η ύπαρξη, αυτό το έχω νιώσει. Και ο τρόπος που εκφράζεται η ύπαρξη, το έχω κάνει.  Και ποιά λέξει θα τολμούσε να αντέξει την προβολή των άλλων στις πράξεις του ενός; Τον ηρωισμό του ενός για την σωτηρία των άλλων, τον εξευτελισμό των πολλών για το όνομα του ενός; Ξέρω πια λοιπόν πως θα υπάρξουν κι άλλοι.  Και πως τούτα τα λόγια είναι λόγια όλων σας, δηλαδή ο λόγος μας είναι τρόπος που μας ενώνει.

Δεν ξέρω τι να πω, επιλογικά. Θα το αφήσω να το πείτε εσείς.

Advertisements

~ από σκοινοβάτης στο Σεπτεμβρίου 22, 2012.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: